ἀπαλειπτικός Save DGE Bailly 2024 ἀπαλειπτικός -ή, -όν que borra fig., c. gen. μετάνοια ... ἁμαρτήματος παντός Meth.Porph.4. ἀπαλειπτικός, ή, όν, qui peut effacer, gén. Clém. 2, 753 Migne. Étym. ἀπαλείφω.