About
Menu

ἀπασπάζομαι

ἀπασπάζομαι, take leave of

ἀπασπάζομαι,
  • take leave of, ἀλλήλους Act.Ap. 21.6, v.l. in LXX To. 10.13; ᾠδῇ καὶ μέλει χορόν Him. Ecl. 11.1.

Saved

Recent