ἀπειργάθω
apartar, echar a un lado c. ac. y gen.
Πηλεΐωνα δόλῳ ἀποέργαθε λαοῦ
ῥάκεα μεγάλης ἀποέργαθεν οὐλῆς
• fig. sólo c. ac.
ἢν μή μ' ... ἀπειργάθῃ
si no me lo impide ...
ἀπ·ειργάθω [γᾰ] c. le suiv. Soph. O.C. 863 ; cf. ἀποεργάθω.
ἀπειργάθω, = ἀπείργω, με τῆς γῆς Soph. O.C. 866. Vgl. ἀποεργάθω.