ἀποκραιπαλίζομαι Save LSJ DGE Pape ἀποκραιπᾰλ-ίζομαι, = foreg., Suid. ἀποκραιπαλίζομαι estar borracho Sud. ἀποκραιπαλίζομαι, = ἀποκραιπαλάω, Sp.