Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀποκόσμιος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀποκομματικός
ἀποκομπάζω
ἀποκονδυλόομαι
ἀποκονίω
ἀποκοντόομαι
ἀποκοντόω
Ἀπόκοπα
ἀποκοπέομαι
ἀποκοπή
Ἀποκοπίτης
ἀποκοπόομαι
ἀπόκοπος
ἀποκοπρόομαι
ἀποκοπτέον
ἀποκοπτέος
ἀποκοπτικός
ἀποκοπτός
ἀποκόπτω
ἀποκορακόω
ἀποκορεῖν
ἀποκορέννυμι
ἀποκορέω
ἀποκορσόομαι
ἀποκορσόω
ἀποκορυφόω
ἀποκορύφωσις
ἄποκος
ἀποκος
ἀποκοσκίνημα
ἀποκοσμέω
ἀποκόσμιος
ἀπόκοσμος
ἀποκοτταβίζω
ἀποκοτταβισμός
ἀποκουφίζω
ἀποκόψιμος
ἀπόκοψις
ἀποκραδίζω
ἀποκράδιον
ἀποκράδιος
ἀποκράζω
ἀποκραιπαλάω
ἀποκραιπαλίζομαι
ἀποκραιπαλισμός
ἀποκρανίζω
ἀποκρατέω
ἀπόκρατος
ἀποκρεμάζω
ἀποκρέμαμαι
ἀποκρεμάννυμι
ἀποκρέμασις
ἀποκρέμασμα
ἀποκρεμαστός
ἀποκρεμάω
ἀποκρεμής
ἀποκρεμνάω
ἀποκρεώσιμος
ἀποκρῆθεν
ἀποκρημνάω
ἀποκρήμνημι
ἀποκρημνίζω
…
ἀποκόσμιος
Save
Pape
ἀποκόσμιος
,
fern von der Welt, einsam
, K.S.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}