ἀποκρεμής
ἀποκρεμής, hanging down
ἀπο-κρεμής, ές,
- hanging down, Ruf. Onom. 101, Eust. 1587.20.
que cuelga, colgante ref. al miembro viril
τοῦ ἄρρενος καλο]ῦ[σιν τὴν ἀποκρεμῆ φύσιν κα]υλίσκον