ἀπομωκάομαι Save LSJ DGE ἀπομωκάομαι, v. ἀποίζειν. †ἀπομωκάομαι (quizá ἀποκωκ<ύ>σασθαι cj. ed.) berrear Hsch.s.u. ἀποίζειν.