ἀπόναιο Save LSJ DGE Cunliffe Homer Autenrieth Homer ἀπόναιο, ἀποναίατο, v. ἀπονίναμαι. ἀπόναιο ἀποναίατο v. ἀπονίναμαι. ἀπόναιο 2 sing. aor. opt. mid. ἀπονίνημι. ἀπόναιο , ἀποναίατο: see ἀπονίνημι.