ἀπόμοργμα
ἀπόμοργμα, that which is wiped off
ἀπόμοργ-μα, ατος, τό,
- that which is wiped off, Eust. 218.12.
restregadura, rastro
τὰ ἀ. τῆς μιᾶς ... ἀρχετυπίας
ἀπόμοργμα, τό, das Abgewischte, Abdruck, Sp.