ἀπότμηξις
ἀπότμηξις, cutting off
ἀπό-τμηξις, εως, ἡ,
- cutting off, Anon.Lond. 32.51.
cortadura, corte
κ[ατὰ] τὴν ἀ. ῥυσοῦσθαι τὰ προκείμενα
ἀπότμηξις, ἡ, das Abschneiden.
ἀπότμηξις, cutting off
cortadura, corte
κ[ατὰ] τὴν ἀ. ῥυσοῦσθαι τὰ προκείμενα