ἀπότολμος
ἀπότολμος, bold, daring
ἀπότολμος, ον,
- bold, daring, Heph.Astr. 3.34, Sch. Opp. H. 1.112.
1 audaz
ὑβριστὴς καὶ ἀ.
Ἆρες, αἱματώδη καὶ ἀπότολμε
2 pusilánime
ἀποτολμότατον πάθος
ἀπό·τολμος, ος, ον, c. ἄτολμος, Luc. J. tr. 27 au sup. -ότατος.
Étym. ἀ. τόλμα.
ἀπότολμος, (τόλμα), = ἄτολμος, Philostr.