ἀσταφιδίτης
ἀσταφιδίτης, of raisins
ἀστᾰφῐδίτης, ου, ὁ, fem. ἀσταφιδ-ῖτις, ιδος,
- of raisins, ἀσταφιδῖτις ῥώξ bunch of raisins, AP 9.226 (Zon.).
ἀσταφιδίτης, von Rosinen gemacht.
ἀσταφιδίτης
- of raisins, Anth.