ἀστραγαλίσκος
ἀστραγαλίσκος, dim. of ἀστράγαλος
ἀστρᾰγαλ-ίσκος, ὁ,
- Dim. of ἀστράγαλος, Roussel Cultes Égyptiens 218 (Delos, ii B.C.), Poll. 6.99; name of a surgical appliance, P Med.Lond. 2.14.
1 astrágalo pequeño, moldura pequeña de una vasija
ἔχουσα βάσιν δὲ καὶ ἀστραγαλίσκους τρεῖς
ὁ δὲ ψυκτὴρ ... οὐ μὴν ἔχει πυθμένα ἀλλ' ἀστραγαλίσκους
ἀστραγαλίσκος ὁ ἐπὶ τῆς περικεφαλαίας
2 medic. n. de un instrumento quirúrgico usado en estomatología, Heliod.(?) en PMed.Lond.1.2.14.
ἀστραγαλίσκος, ὁ, = ἀστραγάλιον, Poll. 6.99.