ἀστραπεύς Save Bailly 2024 Pape ἀστραπεύς, έως (ὁ) [ᾰπ] qui lance des éclairs, Orph. H. 19, 5. Étym. ἀστραπή. ἀστραπεύς, ὁ, der Blitzschleuderer, Orph. H. 19.5.