ἀτμή
ἀτμή, ἡ,
- = ἀτμός, ἀτμίς, Hes. Th. 862.
vapor
(τὴν τροφήν) εἰς ἀτμὴν διαλυομένην
ἀτμή, ῆς (ἡ) c. ἀτμός ou ἀτμίς, Hés. Th. 862.
ἀτμή, ἡ, Rauch, Glut, Hes. Th. 862. S. ἀτμός.
vapor
(τὴν τροφήν) εἰς ἀτμὴν διαλυομένην