ἀτόλματος
ἀτόλματος, unbearable
ἀτόλματος, v. ἀτόλμητος.
ἀ˘τόλμᾱτος
- 1unbearable ἐπειδὴ τὸν ὑπὲρ κεφαλᾶς γεΤαντάλου λίθον παρά τις ἔτρεψεν ἄμμι θεός, ἀτόλματον Ἑλλάδι μόχθον I. 8.11