ἀφαμματιστέον Save DGE Bailly 2024 ἀφαμματιστέον medic. hay que atar, hay que juntar κατὰ περιειλημένης φασκίας Sor.41.2. ἀφαμματιστέον [μᾰ] il faut attacher à, Sor. Étym. ἀπό, ἁμματίζω.