ἁρματηλατικός
ἁρματηλατικός, bandages
ἁρμᾰτ-ηλᾰτικός, ή, όν:
- μονομερής, διμερής, τετραμερὴς ἁ., names of bandages, Sor. Fasc. 12.513 C.(tit.).
de carretero un tipo de vendaje
μονομερής
διμερής
τετραμερής