ἁρμονιώδης
ἁρμον-ιώδης, ες,
- = ἁρμόνιος, of friends, Socr. Ep. 15 (Sup. -ωδέστατος).
dilecto, querido
ἔρρωσθόν μοι ὡς ἁρμονιωδεστάτω ἄνδρε
ἁρμονιώδης, ης, ες, seul. sup. -έστατος, c. le super préc. Socr. Ep. 15.
Étym. ἁρμονία, -ωδης.