ἁρμόνιος
ἁρμόνιος, fitting, harmonious
ἁρμόν-ιος, ον,
- fitting, harmonious, LXX Wi. 16.20, dub.l. in D.H. Dem. 22. Adv. -ίως J. AJ 8.3.2, Ph. 1.179, Iamb. VP 5.20. (Mostly with v.l. ἁρμόδιος.)
I
1 que encaja, ajustado
τοὺς λίθους ... ἁρμονίους ... γενέσθαι τῷ ναῷ
2 fig. adecuado, conforme
πρὸς πᾶσαν ἁρμόνιον γεῦσιν
τοῖς ἐκ Περιπάτου ... ἁρμόνιος ἥδε ἡ δόξα
ἂν ... ἁρμονιωτέρα διοίκησις ἀνθρώπου εἴη τῷ θεῷ
II adv. -ως
1 ajustadamente
λίθων ... συντεθέντων ἁ. καὶ λείως
2 adecuadamente
ὁ λόγος ἁ. συνυφαίνεται
ἁ. ὑποκρίνασθαι
ἁρμόνιος, ος, ον, bien ajusté, qui s’accorde bien, harmonieux, Clém. 447, etc. ; Spt. Sap. 16, 20 ||
Cp. -ώτερος, Clém. 833.
Étym. ἁρμονία.
ἁρμόνιος, ον, passend, übereinstimmend, Sp.
• Adv. ἁρμονίως .
• Adv. ἁρμονίως .