ἁρμοστός
ἁρμοστός, joined, adapted, well-fitted
- joined, adapted, well-fitted, Hero Spir. 1.16, al.; τινὶ κατὰ τὸ πλάτος Plb. 21.28.12; suitable, fit, ἁρμοστόν μοι λέγειν τοῦτο Philem. 4.4. Adv. -τῶς Plu. Def.orac. 2.438a.
I
1 mec. ajustado, adaptado, encajado de piezas
περὶ ὃν (ἄξονα) περικείσθω ἁρμοστὴ σύριγξ
ἁρμοστὸν πῶμα τῇ ... πυξίδι
πίθον ... ἁρμοστὸν κατὰ τὸ πλάτος τῷ μετάλλῳ
ἁρμοστὸν δ' ἐπίθημα ποιήσαντες
2 fig. de cosas y abstr. conveniente, adecuado
καὶ μοι λέγειν τοῦτ' ἐστὶν ἁρμοστόν
περὶ ἀφροδισίων ἁρμοστὸν εἶναι ἐν τῷ οἴνῳ μνείαν ποιεῖσθαι
τάν τε [φι]λίαν ἁρμοστὰν ἐῶσαν διακαθεξίομεν
ἐν ψυχροῖς τόποις ... ἢ ἐν θερμοῖς ἢ ἐν ἁρμοστοῖς παρὰ τὴν κρᾶσιν τῶν ὡρῶν
3 lat. sponsa, Gloss.2.245.
II adv. -ῶς
1 ajustadamente
χοινικίδες ... εὐλύτως καὶ ἁ. ... στρεφόμεναι
2 convenientemente
ἔχειν