ἐγκατίλλω Save LSJ Bailly 2024 Pape ἐγκατ-ίλλω, f.l. for ἐγκατατίλλω (q.v.), Hp. Mul. 2.205. ἐγ·κατίλλω, c. ἐγκατειλέω, Hpc. 672, 6. Étym. ἐν, κ. ἐγκατίλλω, = ἐγκατειλέω, Hippocr.