ἐγκατορύσσω
ἐγκατ-ορύσσω, Att. ἐγκατορύττω, bury in:—Pass., ἐγκατωρύχθαι τὴν ψυχὴν ἐν τῷ σώματι D.H. Rh. 6.5, cf. Jul. Or. 6.189c.
1 tr. enterrar, encerrar, ocultar fig.
ᾧ (τὸ σῶμα) τὴν παναθλίαν ψυχὴν ἐγκατώρυξαν
τὸν νοῦν ... τῇ κοιλίᾳ
(ψυχάς) τῷ τῆς ἀσεβείας ... βαράθρῳ
2 intr. en v. med. enterrarse, ocultarse
ἐν τοῖς βάθεσι τῆς γῆς
• fig., en perf. estar enterrado o encerrado
ἡ ψυχὴ ἐν τῷ σώματι
τῷ φορυτῷ τῶν φροντίδων τούτων ἀπειλημμένοι καὶ ἐγκατορωρυγμένοι
ἐγ·κατορύσσω, enfouir dans, avec ἐν et le dat. DH. Rhet. 5 ; avec le dat. seul, Clém. 176, 889.
Étym. ἐν, κ.
ἐγκατορύσσω, darin vergraben, Dion.Hal. rhet. 5 u. a.Sp.