ἐκθερίζω
ἐκθερίζω, to reap
- reap or mow completely, of a crop, θέρος D. 53.21, cf. PEdgar 27.5 (iii B.C.), LXX Le. 19.9, Alciphr. 3.16: metaph. of men, τοὺς γηγενεῖς ἐξεθερίσατε Sch. A.R. 4.1031, cf. E. Fr. 373:—Pass., Thphr. CP 4.6.1.
- 2 cut out, τὴν γλῶσσαν ἐκθερίξω (aor. subj.) Anacreont. 9.7.
1 cosechar completamente, recolectar
θέρος
τὸν πρώϊον σῖτον
γῆν
τὰ αὐτόματα ἀναβαίνοντα τοῦ ἀγροῦ
πυρούς
ὅπως ... ἐκθερισθῇ τὸ ὅλον ὁ καρπός (τοῦ αἰγίλωπος)
• fig.
τὸ χρυσίον ἐ.
cosechar oroτοὺς τῆς ἀδικίας ἐκθεριοῦσι καρπούς
cosecharán los frutos de su iniquidad
2 esquilmar, extirpar, destruir
(γεννήματα) ἃ ὑετὸς ... ἄγριος ἐξεθέρισεν
τὴν γλῶσσαν
τοὺς γηγενεῖς
• c. ac. y gen. separat.
πάντας ἐκθερίζειν ... τῆς Ἐκκλησίας
extirpar a todos de la Iglesia
• c. compl. sobreentendido
σὺ μὲν γὰρ κατασπείρεις ..., ἀκρίδων δὲ νέφος ... ἐκθερίσει
pues tú siembras, pero una nube de langostas arrasará (la cosecha)
• en v. pas.
τῶν μὲν αὔξεται βίος, τῶν δὲ φθίνει τε κἀκθερίζεται πάλιν
ὡς οὕτως ἐκθερισθεῖεν τοῦ βίου οἱ παρασπονδήσοντες
- to reap or mow completely, Dem.