ἔκθαμβος
ἔκθαμβος, amazed, astounded
- amazed, astounded, Plb. 20.10.9, Act.Ap. 3.11, Tab.Defix. 5.20, Orph. Fr. 49 vi88.
- II terrible, Thd. Da. 7.7.
1 estupefacto, atónito en func. pred. c. γίγνομαι:
ἔ. γενηθεῖσα ἡ B[αυβὼ] ἐπὶ τῆι [τοῦ] παιδίου εὐτροφίᾳ
οἱ ... περὶ τὸν Φαινέαν ἔκθαμβοι γεγονότες ἕστασαν ἄφωνοι
ἰδὼν ταῦτα ... ἔ. ἐγενόμην
οἱ δαίμονες ... ἔκθαμβοι καὶ περίφοβοι [γ]ενόμενοι
ἐπὶ τῷ παραδόξῳ τοῦ πράγματος
ὅλος ἔ. γέγονεν
πατὴρ ... ὑπὸ πολλῆς λύπης ἔ. γενόμενος
• c. otros verb.
συνέδραμεν πᾶς ὁ λαὸς ... ἔκθαμβοι
αὐτοῖς μὲν ἀεὶ τὰ πρόσωπα ἔκθαμβα ἦν
sus caras mostraban siempre una expresión de estupefacciónὁ δὲ Ἡρώδης ... ἔ. ἔμεινεν
εἶδον αὐτὸν (τὸν ἀέρα) ἔκθαμβον
ἀκούσας ταῦτα ἔ. εἱστήκει
(νεβροί) αἳ ... ἵστανται ἔκθαμβοι
2 que produce estupor o terror, terrible, espantoso
θηρίον
εἰς τὸν ἔκθαμβον καὶ φρικτὸν ἐκεῖνον τόπον
• que produce estupefacción, arrobador
τὸ τοιοῦτον ἔ. καὶ ἔκπληκτον μυστήριον
- amazed, astounded, NTest.