Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐμοῦ
Bailly 2024
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἔμμορφος
ἐμμορφόω
ἐμμοτέω
ἔμμοτος
ἔμμουσος
ἐμμοχθέω
ἔμμοχθος
ἐμμόχλιον
ἐμμυέω
ἐμμυθεύομαι
ἐμμυθόω
ἔμμυρος
ἐμμυστήριος
ἐμμυχατεύειν
ἐμμύχιος
ἐμμύω
ἔμμωμος
Ἑμμώρ
Ἔμμωρος
ἐμνησ
ἔμνησα
ἔμνησας
ἐμνίθης
ἑμνιωβέλιον
ἐμνώοντο
ἐμοί
ἔμολον
ἐμόρμησεν
ἕμος
ἐμός
ἐμοῦ
ἐμοῦς
ἐμπ-
ἔμπα
ἐμπαγή
ἐμπαγίως
ἐμπάγνυμι
ἐμπάζομαι
ἐμπάθεια
ἐμπαθής
ἐμπαθῶς
ἐμπαιανίζω
ἔμπαιγμα
ἐμπαιγμονή
ἐμπαιγμός
ἐμπαίδευτος
ἐμπαιδεύω
ἐμπαιδοτριβέομαι
ἐμπαιδοτριβέω
ἐμπαιδοτροφέομαι
ἐμπαιδοτροφέω
ἐμπαίζω
ἐμπαίκτης
ἐμπαικτικός
ἐμπαίκτρια
ἔμπαιος
ἔμπαις
ἔμπαισμα
ἐμπαιστική
ἐμπαιστικός
ἐμπαιστός
…
ἐμοῦ
Save
Bailly 2024
Grieks Nederlands
ἐμοῦ,
gén. d’
ἐγώ
ou d’
ἐμός
.
ἐμοῦ
gen. sing.
van
ἐγώ
en
ἐμός.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}