ἔμπαιγμα
ἔμπαιγμα, mockery
ἔμπαιγ-μα, ατος, τό,
- jest, mocking, delusion, LXX Is. 66.4; μαγικῆς ἐμπαίγματα τέχνης ib. Wi. 17.7.
1 burla, mofa, escarnio c. gen. obj.
κἀγὼ ἐκλέξομαι τὰ ἐμπαίγματα αὐτῶν
también yo elegiré el escarnio contra ellosκαταγελαστικόν
• diversión, entretenimiento
glos. a μέλπηθρα
2 embaucamiento c. gen. subjet.
μαγικῆς ἐμπαίγματα ... τέχνης
οἱ ὄνειροι οὐδὲν ἕτερον ... ἢ ... δαιμόνων ἐμπαίγματα
ἔμπαιγμα, ατος (τὸ) moquerie, Spt. Ps. 37, 8 ; Esaï. 66, 4.
Étym. ἐμπαίζω.
ἔμπαιγμα, τό, Spott gegen Jemand, LXX.
ἔμπαιγμα, ατος, τό,
- mockery, NTest. from ἐμπαίζω