ἐμψυκτικός
ἐμψυκτικός, cooling
ἐμψυκτικός, ή, όν,
- cooling, Gal. 11.419; ἀγωγή Id. 10.555; ἔμπλαστρος Orib. Fr. 76. Adv. Comp. -ώτερον Aët. 15.33.
medic. refrescante, refrigerante
ὕλη
φάρμακον
ἰάματα
ἀρνογλώσσου χυλός
ἐλατίνη
ψιμύθιον
ἔμπλαστρος
τὸ ... ἐκ ῥόδων (μύρον)
ἐμψυκτικός, ή, όν, propre à rafraîchir, Gal. 13, 16.
Étym. ἐμψύχω.
ἐμψυκτικός, ή, όν, zum Abkühlen dienend, Gal.