ἐναποτυπόω
reproducir, grabar en fig.
ἰδέαν
φαντασία ἐναποτετυπωμένη
αἱ μαθήσεις ταῖς τῶν ἔτι παιδίων ψυχαῖς ἐναποτυποῦνται
• en v. med. mismo sent.
ἀνάγκη ... πάντα ἐναποτυποῦσθαι τὰ σώματα καὶ πολλὰ ἐναλλάττειν
τὴν τελειότητα τῆς καθάρσεως ἐναπετυποῦτο ὁ λόγος
ἐν·αποτυπόω-ῶ [ῠ] imprimer dans, dat. Plut. M. 3e.
ἐναποτυπόω, darin abdrücken, ταῖς ψυχαῖς ἐναποτυποῦνται αἱ μαθήσεις Plut. educ.lib. 5.