Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐνοπτιλίζειν
LSJ
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἔνολος
ἔνομβρον
ἐνομήρης
Ἐνομίδης
ἐνομιλέω
ἐνομματίζω
ἐνομματόω
ἐνόμνυμαι
ἐνομολογέω
ἐνομόργνυμαι
ἐνομόργνυμι
ἐνόν
ἐνονυχίζει
ἐνονυχίζω
ἐνοξίζω
ἐνοπά
ἐνόπαι
Ἐνοπεύς
ἐνοπή
ἐνόπη
Ἐνόπη
ἐνόπιος
ἐνοπλίζω
ἐνόπλιος
ἐνοπλισμός
ἔνοπλος
ἑνοποιέω
ἑνοποιός
ἐνοπτάω
ἐνοπτεύω
ἐνοπτιλίζειν
ἔνοπτος
ἐνοπτρίζω
ἐνοπτρικοί
ἐνοπτρικός
ἐνόπτρισις
ἐνοπτρισμός
ἔνοπτρον
ἐνόρασις
ἐνορατικός
ἐνοράω
ἐνοργάω
ἐνοργείας
ἐνορδίνως
ἐνόρειος
ἐνορέω
ἐνορθιάζω
ἐνόριος
ἐνορκέω
ἐνορκίζομαι
ἐνορκίζω
ἐνόρκιος
ἐνορκισμός
ἔνορκος
ἐνορκόω
ἐνόρκως
ἐνορμάω
ἐνορμέω
ἐνορμίζω
ἐνόρμιον
ἐνόρμισμα
…
ἐνοπτιλίζειν
Save
LSJ
DGE
ἐνοπτιλίζειν·
ἐμβλέπειν,
Hsch.
ἐνοπτιλίζειν·
ἐμβλέπειν
Hsch., cf.
ὀπτίλος
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}