Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐνόρκως
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἔνοπλος
ἑνοποιέω
ἑνοποιός
ἐνοπτάω
ἐνοπτεύω
ἐνοπτιλίζειν
ἔνοπτος
ἐνοπτρίζω
ἐνοπτρικοί
ἐνοπτρικός
ἐνόπτρισις
ἐνοπτρισμός
ἔνοπτρον
ἐνόρασις
ἐνορατικός
ἐνοράω
ἐνοργάω
ἐνοργείας
ἐνορδίνως
ἐνόρειος
ἐνορέω
ἐνορθιάζω
ἐνόριος
ἐνορκέω
ἐνορκίζομαι
ἐνορκίζω
ἐνόρκιος
ἐνορκισμός
ἔνορκος
ἐνορκόω
ἐνόρκως
ἐνορμάω
ἐνορμέω
ἐνορμίζω
ἐνόρμιον
ἐνόρμισμα
ἐνορμίτας
ἐνορμίτης
ἔνορμος
ἐνόρνυμι
ἐνορούω
ἐνόρσας
ἐνορύσσω
ἐνόρχαν
ἐνορχέομαι
ἐνόρχημα
ἐνόρχης
ἐνορχής
ἔνορχις
ἔνορχος
ἔνος
ἕνος
ἑνός
Ἔνος
ἐνοσίγαιος
Ἐνοσίγαιος
ἐνοσίζεται
ἔνοσις
ἐνοσίφρων
ἐνοσίφυλλος
Ἐνοσίχθων
…
ἐνόρκως
Save
Bailly 2024
ἐνόρκως,
adv.
sous la foi du serment,
Spt.
Tob.
8, 20 ;
Ath.
274
e
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}