ἐξερυγγάνω
ἐξερυγγάνω, utter
ἐξερυγγάνω,
- utter, aor. 2 (in tmesi) ἐξ ἂν ἐπεὶ καὶ τῶν ἤρυγες ἱστορίην Call. Aet. 3.1.7 [Fr. 75.7 Pf.]; cf. ἐξερεύγομαι.