ἐπακτήρ
ἐπακτήρ, a hunter
ἐπακ-τήρ, ῆρος, ὁ, Ep. word,
- = ὁ κύνας ἐπάγων, hunter, huntsman, ἐς βῆσσαν ἵκανον ἐπακτῆρες Od. 19.435; ἄνδρες ἐ. Il. 17.135; later, fisherman, A.R. 1.625.
ἐπακτήρ, ῆρος (ὁ)
1 chasseur, Il. 17, 135 ; Od. 19, 435 ||
2 pêcheur, A. Rh. 1, 625.
Étym. ἐπάγω.
ἐπακτήρ, ῆρος, ὁ (vgl. ἐπάγω), Jäger, Od. 19.435 ; ἄνδρες ἐπ. Il. 17.135 u. sp. Ep., wie Nic. Th. 668 ; – Fischer, Ap.Rh. 1.625.
ἐπακτήρ
-ῆρος, ὁ
[ἐπακ-, ἐπάγω.]
A hunter: ἄνδρες ἐπακτῆρες Il. 17.135. Cf. Od. 19.435.
ἐπακτήρ , ῆρος: hunter, i. e. ὁ κύνας ἐπάγων, Od. 19.435; ἄνδρες ἐπακτῆρες, Il. 17.135.
ἐπακτήρ, ῆρος,
= ὁ κύνας ἐπάγων,
- a hunter, Hom.