ἐπαληθείς Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Autenrieth Homer ἐπαληθείς, v. ἐπαλάομαι. ἐπαληθείς, v. ἐπαλάομαι. ἐπαληθείς ptc. θη-aor. van ἐπαλάομαι. ἐπαληθείς : see ἐπαλάομαι.