About
Menu

ἐρείκινος

ἐρείκινος, of ἐρείκη

ἐρείκ-ινος, η, ον,
  • of ἐρείκη, ξύλα, φυτά, BGU 731ii8 (ii A.D.), PStrassb. 29.11 (iii A.D.): written ἐρικ-

Saved

Recent