ἐρυσίσκηπτρον
ἐρυσί-σκηπτρον, τό,
- a plant, = ἀσπάλαθος, Thphr. Od. 57, Dsc. 1.20; = κύπερος, ib. 4; also, = ἄκανθα λευκή, Ps.-Dsc. 3.12; = ἱερὰ βοτάνη ib. 4.60; cf. ἐρίσκηπτον.
ἐρυσί·σκηπτρον ou ἐρυσί·σκηπτον, ου (τὸ) [ῠ] sorte d’arbrisseau épineux, Th. Od. 57 ; Diosc. 1, 4 et 19 (ἐρυσίβη, σκῆπτρον).
ἐρυσίσκηπτρον, τό, ein Strauch, Diosc.