About Report a problem

Menu

ἐρυσιπελατώδης

ἐρυσιπελατώδης, of the nature of ἐρυσίπελας

ἐρῠσῐ-πελᾰτώδης, ες,
  • of the nature of ἐρυσίπελας, οἴδημα Hp. VC 20; φλεγμοναί Dsc. 1.26; διάθεσις Ruf. ap. Orib. 8.24.16. Adv. -δῶς, ἔχειν Gal. 18(1).448.

Saved

Recent