ἐρυσιπελατώδης
ἐρυσιπελατώδης, of the nature of ἐρυσίπελας
ἐρῠσῐ-πελᾰτώδης, ες,
- of the nature of ἐρυσίπελας, οἴδημα Hp. VC 20; φλεγμοναί Dsc. 1.26; διάθεσις Ruf. ap. Orib. 8.24.16. Adv. -δῶς, ἔχειν Gal. 18(1).448.
ἐρυσιπελατώδης, ης, ες [ῠῑᾰ] qui ressemble à un érysipèle, Hpc. V.C. 9, 12 ; Ruf. (Orib. 2, 209 B.-Dar.) ; Gal. 6, 417 ; Diosc. 1, 15.
Étym. ἐρυσίπελας, -ωδης.
ἐρυσιπελατώδης, [ῑ], ες, von der Art oder dem Aussehen der Rose, des ἐρυσίπελας, Diosc.