ἔρφος
ἔρφος, a skin
ἔρφος, εος, τό,
- a skin, = στέρφος, τέρφος, Nic. Al. 248, Th. 376.
ἔρφος, εος-ους (τὸ) peau, Nic. Al. 248 ; Th. 376.
Étym. cf. στέρφος.
ἔρφος, (vgl. στέρφος u. τέρφος), τό, Fell, Haut, Nic. Al. 248, 344, Th. 376.