ἑκατοντάχειρ
ἑκᾰτοντά-χειρ, χειρος, ὁ, ἡ,
- = ἑκατόγχειρ, Plu. Frat. 2.478f (as v.l.), Jul. Ep. 180: also ἑκᾰτοντά-χειρος, ον, Hsch. s.v. Βριάρεῳ.
ἑκατοντά·χειρ, -χειρος (ὁ, ἡ) [ᾰᾰ] c. ἑκατόγχειρ, Plut. M. 478f ; Jul. Ep. 180.
ἑκατοντάχειρ, ὁ, = ἑκατόγχειρ, Plut. frat. am. 2.