ἑρπυσμός Save LSJ Pape ἑρπ-υσμός, ὁ, = foreg. [ἕρπυσις], Suid.; also, = ἡ φωνὴ τῶν χοίρων, Hsch. ἑρπυσμός, ὁ, das Kriechen, Suid. Vgl. ἑρπησμός.