ἑρπηστήρ
ἑρπηστ-ήρ, ῆρος, ὁ,
- v.l. for ἑρπυστήρ, Orph. L. 49, Opp. C. 3.110, 411.
ἑρπηστήρ, ῆρος (ὁ) c. le suiv. Nonn. D. 5, 36 ; Naz. 3, 1006 Migne.
ἑρπηστήρ, ῆρος, ὁ, = ἑρπηστής, Nonn. D. 5.36.