Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἔγκοψις
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐγκόνως
ἐγκοπεύς
ἐγκοπή
ἐγκοπιάω
ἔγκοπος
ἔγκοπρος
ἐγκοπτικός
ἐγκόπτω
ἐγκορδυλέω
ἐγκορδυλίζω
ἐγκορύπτομαι
ἐγκορύπτω
ἐγκορυφόομαι
ἐγκοσμέω
ἐγκόσμιος
ἐγκοσμίως
ἐγκοσμογενεῖς
ἐγκοσμογενής
ἔγκοσμος
ἐγκοτέω
ἐγκότημα
ἐγκότησις
ἐγκοτητικός
ἐγκότιος
ἔγκοτον
ἔγκοτος
ἐγκότραφος
ἐγκοτύλη
ἐγκότως
ἐγκουράς
ἔγκοψις
ἐγκραγγάνω
ἐγκραδιαῖος
ἐγκράζω
ἐγκραιπαλάω
ἐγκραιπαλίζω
Ἐγκραναί
ἐγκράνιον
ἐγκρανίς
ἔγκρανον
ἔγκρανος
ἔγκρασις
ἐγκρασίχολος
ἐγκράτεια
ἐγκράτευμα
ἐγκρατεύομαι
ἐγκρατευτής
ἐγκρατευτικός
ἐγκρατέω
ἐγκρατέως
ἐγκρατής
ἐγκράτησις
Ἐγκρατηταί
ἐγκρατητικός
ἐγκρατίη
ἐγκρατιστής
Ἐγκρατῖται
ἐγκρατίτης
ἔγκρατος
ἐγκρατούντως
ἐγκρατῶς
…
ἔγκοψις
Save
DGE
ἔγκοψις
-εως, ἡ
una forma de
esmalte
Anon.Alch.323.7, 22.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}