ἔκζεσμα
ἔκ-ζεσμα, ατος, τό,=ἔκζεμα, Archig. ap. Gal. 12.468 (pl.), Crito ap. eund. 12.485 (pl.).
medic. erupción cutánea, eczema, pústula
τὸ παλαιὸν σμηκτικώτερον ... πιτύρων, ψωρῶν, ἐκζεσμάτων
ἐκζέσματα καὶ παρατρίμματα
ἔκζεσμα, ατος (τὸ) c. ἔκζεμα, Diosc. 2, 99.
ἔκζεσμα, τό, = ἔκζεμα, Diosc.