ἔποπτος
ἔποπτος, visible
ἔποπτ-ος, ον,
- visible, Str. 5.3.12.
ἔποπτος, ος, ον, visible, Str. 239.
Étym. ἐπόψομαι.
ἔποπτος, sichtbar, zu überschauen, ἀφʼ ἧς (ὁδοῦ) ἔποπτος ἡ θάλασσά ἐστι Strab. V.239.
ἔποπτος, visible