ἐποποιικός Save ἐποποιικός, of epic poetry LSJ Grieks Nederlands ἐποποι-ικός, ή, όν, of epic poetry, σύστημα Arist. Po. 1456a11; μίμησις ib. 1461b26. ἐποποιικός -ή -όν [ἐποποιός] als in epische poëzie.