ἠλυγίζω Save LSJ Pape ἠλῠγ-ίζω, = ἠλυγάζω, in pf. part. Pass. ἠλυγισμένος, Hsch. ἠλυγίζω, = ἠλυγάζω ; ἠλυγισμένος erkl. Schol. Ar. Ach. 654 ἐσκοτισμένος.