ἧμαι
ἧμαι, to be seated, sit
- to be seated, sit, Il. 1.498, etc.: freq. with collat. sense, sit still, sit idle, 2.255, 18.104, etc.; ἧσθαι ἐν εἰρήνῃ Callin. 1.4; κατʼ οἴκους ἐκτὸς ἡμένῳ πόνων E. Fr. 10; of an army, encamp, Il. 15.740, 24.542; πόλιν ἀμφί 18.509; πρόσθε τειχέων E. Supp. 664; of a spy, lurk, Il. 18.523: metaph., πρὸς ἐμᾷ ψυχᾷ θάρσος ἧσται c. acc. et inf., E. Alc. 604 (lyr.); lie hid, ἥατʼ ἐνὶ Τρώων ἀγορῇ κεκαλυμμένοι ἵππῳ, i.e. in the wooden horse, Od. 8.503, cf. 512; of magistrates, ἐν ἀρχαῖς ἥμενοι E. Andr. 699; δαιμόνων σέλμα σεμνὸν ἡμένων A. Ag. 183 (lyr.); later, of things, lie, ἱρὸν ἧσται Hdt. 9.57; ἐπὶ στέγος ἱερὸν ἧνται κάλπιδες Call. Fr. 122, cf. Luc. Syr.D. 31; ἡμένῳ ἐν χώρῳ (or χόρτῳ) in a low place, Theoc. 13.40:—Constr.: mostly with Preps., ἐνὶ δίφρῳ Il. 16.403, cf. A. Pr. 368, etc.; ἐπὶ κορυφῆς Il. 14.158; ἐπʼ ἐσχάραις A. Eu. 806; παρὰ κλισίῃ Il. 1.330, etc.; ἀνὰ Γαργάρῳ 15.153: c. dat., Ὀλύμπῳ 13.524, cf. 21.389, etc.; ἐρετμοῖς at the oar, E. Cyc. 16; ἀνορόφοις πέτραις Id. Ba. 38: rarely c. acc., A. Ag. 183 (v. supr.); Σιμόεντος κοίτας E. Rh. 547: c. part . . τίη . . ἧσʼ ὀλιγηπελέων; Il. 15.245; ὀδυρόμενος, ἀλλοφρονέων, Od. 14.41, 10.374; πεφυλαγμένος ἧσο Orac. ap. Hdt. 7.148; ἐκπεπληγμένη S. Tr. 24.
ich bin gesetzt, gelegt, gestellt worden, ich sitze, liege, stehe, ἐϋξέστῳ ἐνὶ δίφρῳ ἧστο, Il. 16.402 u. öfter ; παρά τε κλισίῃ καὶ νηῒμελαίνῃ ἥμενον 1.330 ; oft mit dem Nebenbegriffe des trägen, müßigen Dasitzens, 18.104, 24.542 ; verborgen sitzen, Od. 8.503, 512 ; Tragg., κορυφαῖς δʼ ἐν ἄκραις ἥμενος Aesch. Prom. 366, öfter ; ἐν θρόνοις Ζεὺς ἐπʼ ἀσπίδος σταδαῖος ἧσται Spt. 495 ; ἐπʼ ἐσχάραις Eum. 773 ; mit dem accus., βιαίως σέλμα σεμνὸν ἡμένων Ag. 176, am Bord sitzen, wie Σιμόεντος ἡμένα κοίτας Eur. Rhes. 547, der auch παῖδές τʼ ἐρετμοῖς ἥμενοι Cycl. 16 vrbdt u. übertr. sagt πρὸς δʼ ἐμᾷ ψυχᾷ θάρσος ἧσται, Alc. 604 ; σεμνοὶ δʼ ἐν ἀρχαῖς ἥμενοι, die Herrscher, Andr. 699 ; ἥμενον ἄνω φρόνημα Aesch. Suppl. 94, der hochthronende Gedanke. Auch bei sp.D.; ἥμενος χῶρος, eine Gegend, die sich gesetzt hat, niedrig, Theocr. 13.40 (vgl. εἱαμενή); bei Her. im Orak. 7.148 πεφυλαγμένος ἧσο ; ἱρὸν ἧσται 9.57, der Tempel ist aufgerichtet, wie εἵαται τὰ ἕδεα Luc. Dea Syr. 31.
[ἡσ-.]
1 sing. pres. ἧμαι Il. 18.104, Il. 24.542: Od. 8.157, Od. 14.41.
2 sing. ἧσαι Il. 2.255, Il. 15.245.
3 sing. ἧσται Il. 19.345: Od. 6.305, Od. 11.142, Od. 16.145, Od. 18.240, etc.
1 pl. ἥμεθα Il. 15.740.
2 pl. ἧσθε Od. 2.240.
3 pl. ἥαται (ἥσ-αται), also writtenεἵαται Il. 2.137, Il. 10.100, 161, 422: Od. 2.403, Od. 6.307. ἕαται Il. 3.134, Il. 9.628.
1 sing. impf. ἥμην Il. 6.336: Od. 10.374, Od. 11.49.
3 sing. ἧστο Il. 1.512, Il. 6.324, Il. 13.11, Il. 15.393, Il. 23.451, etc.: Od. 1.114, Od. 3.32, Od. 6.52, Od. 17.68, Od. 23.91, etc.
3 dual ἥσθην Il. 4.21, Il. 8.445, 458: Od. 7.232.
1 pl. ἥμεθα Od. 3.263, Od. 9.78, 162, Od. 11.10, 82, Od. 23.42, etc.
3 pl. ἥατο (ἥσ-ατο), also writtenεἵατο Il. 3.149, Il. 7.61, Il. 8.554, Il. 15.10, Il. 18.504, Il. 24.99, etc.: Od. 1.326, Od. 2.398, Od. 3.8, Od. 9.545, Od. 20.106, etc. ἕατο Il. 7.414. ἧντο Il. 3.153.
Imp. ἧσο Il. 2.200, Il. 3.406, Il. 4.412: Od. 16.44, Od. 18.105, Od. 20.262.
Pple. ἥμενος, -η Il. 1.330, 358, Il. 5.771, Il. 7.100, Il. 15.153, Il. 21.389, etc.: Od. 1.108, Od. 4.596, Od. 7.106, Od. 9.8, Od. 10.375, Od. 17.506, Od. 21.100, etc.
Infin. ἧσθαι Il. 1.134, 416, Il. 13.253, 280: Od. 7.160, Od. 10.507, 536, Od. 19.120, Od. 23.365. (ἀφ-, ἐν-, ἐφ-, καθ-, μεθ-, παρ-.)
- 1
To sit, be seated: παρὰ κλισίῃ ἥμενον Il. 1.330, ἕαται σιγῇ Il. 3.134. Cf. Il. 2.200, Il. 4.21, Il. 6.324, Il. 8.445, Il. 9.190, Il. 13.11, etc.: ἥμενοι ἐν ῥινοῖσιν Od. 1.108. Cf. Od. 1.114, Od. 2.36, Od. 3.8, 32, Od. 6.52, Od. 8.157, Od. 10.374, etc.
- 2
To sit idle, doing nothing: ἥμενοι αὖθι ἕκαστοι ἀκήριοι Il. 7.100. Cf. Il. 1.134, Il. 13.253: οἶον ἧσθʼ ἄνεθͅ Od. 2.240. Cf. Od. 10.375, Od. 16.145.
Requiring to do nothing: ἱστία ἐρύσαντες ἥμεθα Od. 9.78 = Od. 14.256. Cf. Od. 10.507, Od. 11.10 = Od. 12.152.
- 3
To sit, abide, be, remain, doing something specified or in a specified condition or place: ἀδάκρυτος ἧσθαι Il. 1.416, ἥαται ποτιδέγμεναι Il. 2.137, τηλόθι πάτρης ἧμαι ἐνὶ Τροίῃ Il. 24.542. Cf. Il. 2.255, Il. 4.412, Il. 8.480, Il. 9.628, Il. 10.100, 161, 422, Il. 15.740, Il. 18.104: Od. 3.263, Od. 13.337, 424, Od. 14.41, Od. 19.120, Od. 21.425.
- 4
Of an army, to be set down or encamped: τὴν πόλιν ἀμφὶ δύω στρατοὶ ἥατο Il. 18.509.
Of a sentinel or scout, to be at his post Il. 10.182.
To be posted: δύω σκοποὶ ἥατο Il. 18.523. Cf. Il. 24.799.
- 5
Of a thing, to be set, fixed, placed: ἔνθα μύλαι ἥατο Od. 20.106.
- 1
- a lie, be situated ἔπερσαν αὐτῷ στρατὸν μυχοῖς ἥμενον Ἄλιδος Μολίονες O. 10.33
- b sit ἴδεν Λυγκεὺς δρυὸς ἐν στελέχει ἡμένους (sc. Διοσκούρους. Boeckh: ἥμενος codd.: ἡμένος Didymus: ἥμενον Aristarchus) N. 10.62
- to be seated, sit, Hom., etc.:— to sit still, sit idle, Il., etc.: of an army, to lie encamped, Il.:—of a spy, to lurk, Il.:— later, of places, to lie, be situated, Hdt.; ἡμένωι ἐν χώρωι εἱαμενῇ, in a low, sunken place, Theocr.:—rarely c. acc., σέλμα ἧσθαι to be seated on a bench, Aesch.; ἧσθαι Σιμόεντος κοίτας Eur.
-
…παθόντες. ὣς ἔφαθʼ, ἡμῖν δʼ αὖτʼ ἐπεπείθετο θυμὸς ἀγήνωρ. ὣς τότε μὲν πρόπαν ἦμαρ ἐς ἠέλιον καταδύντα ἥμεθα δαινύμενοι κρέα τʼ ἄσπετα καὶ μέθυ ἡδύ · ἦμος δʼ ἠέλιος κατέδυ καὶ ἐπὶ κνέφας ἦλθεν, οἱ μὲν κοιμήσαντο…
Homer, Odyssey
-
…ἀποίχεαι ἀνδρὸς ἑῆος. ἦ νύ τοι οὐκέτι πάγχυ μετὰ φρεσὶ μέμβλετʼ Ἀχιλλεύς ; κεῖνος ὅ γε προπάροιθε νεῶν ὀρθοκραιράων ἧσται ὀδυρόμενος ἕταρον φίλον · οἳ δὲ δὴ ἄλλοι οἴχονται μετὰ δεῖπνον, ὃ δʼ ἄκμηνος καὶ ἄπαστος. ἀλλʼ ἴθι…
Homer, Iliad
-
…Ἥρης. ὣς εἰπὼν τὸ σκῆπτρον ἀνέσχεθε πᾶσι θεοῖσιν, ἄψορρον δʼ Ἰδαῖος ἔβη προτὶ Ἴλιον ἱρήν. οἳ δʼ ἕατʼ εἰν ἀγορῇ Τρῶες καὶ Δαρδανίωνες πάντες ὁμηγερέες, ποτιδέγμενοι ὁππότʼ ἄρʼ ἔλθοι Ἰδαῖος · ὃ δʼ ἄρʼ ἦλθε καὶ ἀγγελίην…
Homer, Iliad
-
…ἀλλʼ ἥ γʼ ἀνεδύσετο κῦμα θαλάσσης. ἠερίη δʼ ἀνέβη μέγαν οὐρανὸν Οὔλυμπόν τε. εὗρεν δʼ εὐρύοπα Κρονίδην ἄτερ ἥμενον ἄλλων ἀκροτάτῃ κορυφῇ πολυδειράδος Οὐλύμποιο · καί ῥα πάροιθʼ αὐτοῖο καθέζετο, καὶ λάβε γούνων σκαιῇ, δεξιτερῇ δʼ ἄρʼ…
Homer, Iliad
-
…θαλάμῳ περικαλλέα τεύχεʼ ἕποντα ἀσπίδα καὶ θώρηκα, καὶ ἀγκύλα τόξʼ ἁφόωντα · Ἀργείη δʼ Ἑλένη μετʼ ἄρα δμῳῇσι γυναιξὶν ἧστο καὶ ἀμφιπόλοισι περικλυτὰ ἔργα κέλευε. τὸν δʼ Ἕκτωρ νείκεσσεν ἰδὼν αἰσχροῖς ἐπέεσσι · δαιμόνιʼ οὐ μὲν καλὰ χόλον τόνδʼ…
Homer, Iliad
-
…οὐδέ κέ τίς μιν κλαῦσεν Ἀχαιιάδων · μάλα γὰρ μέγα μήσατο ἔργον. ἡμεῖς μὲν γὰρ κεῖθι πολέας τελέοντες ἀέθλους ἥμεθʼ · ὁ δʼ εὔκηλος μυχῷ Ἄργεος ἱπποβότοιο πόλλʼ Ἀγαμεμνονέην ἄλοχον θέλγεσκʼ ἐπέεσσιν. ἡ δʼ ἦ τοι τὸ πρὶν μὲν…
Homer, Odyssey
-
…πλάζε δὲ πίνοντας, χειρῶν δʼ ἔκβαλλε κύπελλα. οἱ δʼ εὕδειν ὤρνυντο κατὰ πτόλιν, οὐδʼ ἄρʼ ἔτι δὴν ἥατʼ, ἐπεί σφισιν ὕπνος ἐπὶ βλεφάροισιν ἔπιπτεν. αὐτὰρ Τηλέμαχον προσέφη γλαυκῶπις Ἀθήνη ἐκπροκαλεσσαμένη μεγάρων ἐὺ ναιεταόντων, Μέντορι εἰδομένη…
Homer, Odyssey
-
…γε μερμήριξεν ὅπως ἀπολοίατο πᾶσαι νῆες ἐύσσελμοι καὶ ἐμοὶ ἐρίηρες ἑταῖροι. ὣς τότε μὲν πρόπαν ἦμαρ ἐς ἠέλιον καταδύντα ἥμεθα δαινύμενοι κρέα τʼ ἄσπετα καὶ μέθυ ἡδύ · ἦμος δʼ ἠέλιος κατέδυ καὶ ἐπὶ κνέφας ἦλθε, δὴ τότε κοιμήθημεν…
Homer, Odyssey
-
…πύργοις ἀραρυῖα, ᾗ κʼ ἀπαμυναίμεσθʼ ἑτεραλκέα δῆμον ἔχοντες · ἀλλʼ ἐν γὰρ Τρώων πεδίῳ πύκα θωρηκτάων πόντῳ κεκλιμένοι ἑκὰς ἥμεθα πατρίδος αἴης · τὼ ἐν χερσὶ φόως, οὐ μειλιχίῃ πολέμοιο. ἦ, καὶ μαιμώων ἔφεπʼ ἔγχεϊ ὀξυόεντι .…
Homer, Iliad
-
…κατακῆαι, ἐπεύξασθαι δὲ θεοῖσιν, ἰφθίμῳ τʼ Ἀίδῃ καὶ ἐπαινῇ Περσεφονείῃ · αὐτὸς δὲ ξίφος ὀξὺ ἐρυσσάμενος παρὰ μηροῦ ἧσθαι, μηδὲ ἐᾶν νεκύων ἀμενηνὰ κάρηνα αἵματος ἆσσον ἴμεν, πρὶν Τειρεσίαο πυθέσθαι. ἔνθα τοι αὐτίκα μάντις ἐλεύσεται ,…
Homer, Odyssey