ἡμικαλάθιον
ἡμικαλάθιον, half a basket
ἡμι-κᾰλάθιον [λᾰ], τό,
- half a basket, ἀνθράκων IG ΙΙ(2).161A 109 (Delos, iii B.C.); ἰσχάδων Inscr.Magn. 116.38.