ἡμικόριον
ἡμικόριον, half a κόρος
ἡμι-κόριον, τό,
- half-κόρος, a dry measure, Hsch. (-κόλλιον cod.):—also ἡμί-κορος, ὁ, Aq., Sm., Thd. Ho. 3.2.
ἡμικόριον, τό, ein halber κόρος, Hesych.