ἡμικοτύλη
ἡμικοτύλη, half a κοτύλη
ἡμι-κοτύλη [ῠ], ἡ,
- half-κοτύλη, POxy. 1142.2 (iii A.D.), v.l. in Hp. Nat.Mul. 107, Hero Spir. 2.30.
ἡμι·κοτύλη, ης (ἡ) [ῐῠ] demi-cotyle, Hpc. 586, 8.
Étym. ἡμι-, κ.
ἡμικοτύλη, ἡ, eine halbe κοτύλη, Hippocr.